Εάν έπρεπε να δώσουμε ένα ορισμό για τα εποπτικά μέσα, θα λέγαμε πως πρόκειται για συσκευές και αντικείμενα τα οποία συμπληρώνουν τις εκπαιδευτικές στρατηγικές των διδασκόντων και συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της αποτελεσματικότητας στην καθημερινή διδασκαλία του σχολείου.
Εποπτικά μέσα μπορούν θεωρούνται ότι είναι :
•Κλασικοί πίνακες
•Διάφορα Έντυπα (βιβλία, φυλλάδια, φωτοτυπημένα κείμενα κ.α)
•Προβολέας διαφανειών, ή σλάιντς
•Εκπαιδευτικές ταινίες ή DVD οι οποίες παράγονται από εκπαιδευτικούς οργανισμούς πχ. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Εκπαιδευτική Τηλεόραση κ.α
•Ντοκιμαντέρ
•Διάφορα άλλα αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με το μάθημα π.χ υλικά για πειράματα στη Φυσική
•Ηλεκτρονικός Υπολογιστής.
Πολλοί μελετητές τονίζουν το ρόλο των αισθήσεων και της δράσης στη διεργασία της μάθησης. Ο Roger Mucchielli, όπως αναφέρεται στο (Βαϊκούση, Βαλάκας, Κόκκος, & Τσιμπουκλή, 1999) σημειώνει με γλαφυρό τρόπο:
Μαθαίνουμε:
10% μέσω της ακοής
90% μέσω της όρασης
Συγκρατούμε :
10% από όσα διαβάζουμε & 50% από όσα βλέπουμε και ακούμε
20% από όσα ακούμε & 80% από όσα λέμε ή συζητάμε με άλλους
30% από όσα βλέπουμε & 90% από όσα λέμε κάνοντας κάτι ταυτόχρονα.
Με λίγα λόγια τα εποπτικά μέσα θα πρέπει να υπογραμμίζουν και να επεκτείνουν τα μηνύματα του εκπαιδευτικού, να αποτελούν αυτόνομη πηγή πληροφοριών αλλά και αφορμή δημιουργίας εκ μέρους των μαθητών. Με την έννοια αυτή, τα εποπτικά μέσα διδασκαλίας αποτελούν εργαλεία των μαθητών οι οποίοι γίνονται όλο και περισσότερο δημιουργοί της δικής τους μαθησιακής διεργασίας (Noye & Piveteau, 1999).
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η επιλογή και η χρήση των εποπτικών μέσων υπηρετεί τους εκπαιδευτικούς στόχους και τις εκπαιδευτικές τεχνικές που ορίζει κάθε φορά ο εκπαιδευτικός. Χρησιμοποιούνται με ευελιξία και εναλλακτικά ώστε να προσδίδεται ποικιλία και ενδιαφέρον στην εκπαιδευτική διεργασία (Κόκος & Λιοναράκης, 1998). Σκοπός είναι οι μαθητές ή εκπαιδευόμενοι να χρησιμοποιήσουν και αυτοί με τη σειρά τους τα εποπτικά μέσα (διαμόρφωση φακέλων με έντυπα, κατασκευή διαφανειών, συγκέντρωση ηλεκτρονικού οπτικοακουστικού υλικού κ.α) στις εργασίες ή παρουσιάσεις που τους έχουν ανατεθεί χωρίς να γίνεται ευθεία αναφορά σε αυτό.
Τα τελευταία χρόνια με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών και ων εφαρμογών τους στην εκπαίδευση, έχουν δώσει την αφορμή για να γραφούν πολλά κείμενα για τη σχέση του εκπαιδευτικού με τα εποπτικά αυτά μέσα. Όπως αναφέρει η (Βαϊκούση et al., 1999) η ανάλυση της σχέσης αυτής οδηγεί σε ορισμένα εύλογα ερωτήματα:
•Μήπως η χρήση της τεχνολογίας οδηγεί τον εκπαιδευτικό σε ρόλο απλού «εκφωνητή» που χειρίζεται μηχανές και εργαλεία;
•Η χρήση των μέσων δεν εμπεριέχει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της κριτικής σκέψης;
•Μπορεί μια μέτρια διδασκαλία να τελειοποιηθεί με τη χρήση της τεχνολογίας;
Ο προβληματισμός μας κινείται μεταξύ δύο σημείων ενός συνεχούς.
Στο πρώτο σημείο βρίσκεται ο εκπαιδευτικός που θεωρείται η αφετηρία κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας και στο άλλο σημείο τοποθετείται το «μέσο» που μπορεί να παράγει μάθηση ανεξάρτητα από τον εκπαιδευτικό. Η προσέγγιση που βρίσκεται κοντά στο σημείο του εκπαιδευτικού υπογραμμίζει το ρόλο του εκπαιδευτικού και περιορίζει τη δύναμη του μέσου χαρακτηρίζοντας το ως «βοηθητικό». Η χρήση του μέσου προκαλεί την παθητική στάση των μαθητών και δεν παράγει μάθηση. Ο ρόλος του εντοπίζεται στην βελτίωση της επικοινωνίας κατά τη διδασκαλία και στην ενίσχυση της απόδοσης του εκπαιδευτικού.
Η προσέγγιση που βρίσκεται κοντά στο σημείου του «μέσου» αναγνωρίζει την αυτόνομη δυνατότητα του «μέσου» να παράγει γνώση και δέχεται ότι μπορεί να λειτουργήσει μέσω προσχεδιασμένων βημάτων δηλαδή, προγραμματισμού χωρίς ανάγκη άλλης υποστήριξης. Μια διαδραστική εκπαιδευτική εφαρμογή δηλαδή, μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόνομη «διδακτική μηχανή» και να προσφέρει αυτό-εκπαίδευση.
Θέση των συγγραφέων είναι :
«… η τεχνολογία αποτελεί συντελεστή βελτίωσης της απόδοσης του εκπαιδευτή και όχι μέσο μερικής η καθολικής υποκατάστασής του. Το μέσο μεταδίδει πληροφορίες, δεν τις παράγει. Μια διαφάνεια από μόνη της είναι μέσο άνευ αξίας. Ο τρόπος με τον οποία θα χρησιμοποιηθεί η διαφάνεια στη διδασκαλία καθορίζει την αξία της. Μια ταινία δεν είναι εξ’ ορισμού εκπαιδευτική. Το σενάριο, ο τρόπος που θα γίνει η προβολή και η ανάλυση του σεναρίου της θα καθορίσουν το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Στον πυρήνα ανάπτυξης κάθε διδακτικής μηχανής ο εκπαιδευτής παραμένει στην αφετηρία. Είναι η πηγή δημιουργίας του μηνύματος. Είναι ο πυρήνας αξιοποίησης της δύναμης του μέσου για τη μετάδοση της πληροφορίας» (Βαϊκούση et al., 1999) σελ. 108
Βιβλιογραφία
Noye, D., & Piveteau, J. (1999). Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή (Ε. Ζέη, Trans.). Αθήνα: Μεταίχμιο.
Βαϊκούση, Δ., Βαλάκας, Ι., Κόκκος, Α., & Τσιμπουκλή, Α. (1999). Εκπαίδευση Ενηλίκων : Εκπαιδευτικές Μέθοδοι Ομάδα Εκπαιδευομένων (Vol. Δ). Πάτρα: ΕΑΠ.
Κόκος, Α., & Λιοναράκης, Α. (1998). Ανοικτή και εξ' αποστάσεως εκπαίδευση , Σχέσεις διδασκόντων - διδασκομένων. (Vol. Β). Πάτρα: ΕΑΠ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου